Ο κόσμος αλλάζει.
Ποιος όμως το έχει προσέξει;
Σερ Βασίλειος Μαρκεζίνης, QC
Εταίρος της Βρετανικής Ακαδημίας,
Αντεπιστέλλον μέλος των Ακαδημιών
Αθηνών, Παρισίων, Ρώμης (Lincei), Βελγίου και Ολλανδίας
Διάλεξη που πραγματοποιήθηκε την 28η Νοεμβρίου 2007 στην Αίθουσα Καρατζά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στην Αθήνα, έπειτα από ευγενική πρόσκληση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης
Ο κόσμος αλλάζει. Ποιος όμως το έχει προσέξει;*
Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, έναν κόσμο όπου τα γεγονότα που συμβαίνουν σε μια χώρα επηρεάζουν όλο και περισσότερο τα γεγονότα σε μιαν άλλη (ακόμη και μακρινή) χώρα, η εξωτερική πολιτική έχει αρχίσει να παίρνει τη μορφή αποφάσεων που λαμβάνονται όχι απλώς εσπευσμένα αλλά και με βάση ελάχιστες αξιόπιστες πληροφορίες. Έτσι, η γεωγραφική κλίμακα του προβλήματος και η ταχύτητα της αλλαγής δεν επιτρέπουν στους υπευθύνους για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής να δρουν κατά τρόπο προληπτικό και δημιουργικό, παρά μόνο να αντιδρούν στις εξελίξεις, καθώς η μία κρίση ξεσπά μετά την άλλη. Παραδείγματος χάριν, έχει πλέον παρέλθει η εποχή που η Ρωσία διέθετε μία συγκεκριμένη εξωτερική πολιτική (να φτάσει στα ζεστά νερά του Αιγαίου, υπό το πρόσχημα ότι θα προστάτευε έτσι την Ορθόδοξη Εκκλησία ή, αργότερα, τον πανσλαβισμό και, ακόμη αργότερα, τον κομμουνισμό), πολιτική η οποία διατηρήθηκε αμετάλλακτη στο όραμα της χώρας αυτής επί τρεις σχεδόν αιώνες. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς για τη Μεγάλη Βρετανία, όπου κάποτε (και επί δύο ολόκληρους αιώνες) ο στόχος της διατήρησης του δρόμου προς την Ινδία υπαγόρευε τη γενική στάση της χώρας απέναντι στο Γιβραλτάρ, τη Μάλτα, την Κρήτη, την Κύπρο, τη Διώρυγα του Σουέζ (δηλαδή την Αίγυπτο) και το Άντεν. Η απουσία μιας ορθολογικά διαμορφωμένης εξωτερικής πολιτικής επιδεινώνεται από το γεγονός ότι οι υπεύθυνοι για την χάραξή της ―οι επαγγελματίες πολιτικοί― όχι απλώς δεν έχουν τον χρόνο να σκεφτούν και να θέσουν μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά λαμβάνουν κατά κανόνα τις αποφάσεις τους έχοντας μέρος της προσοχής τους προσηλωμένο σταθερά στις σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης και στο πώς αυτές θα επηρεάσουν τη δημοτικότητά τους στο εσωτερικό της χώρας τους. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ένα δεδομένο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής έχει συγκινησιακό αντίκτυπο στους πολίτες της χώρας.
Οι άνθρωποι αυτοί χαράσσουν την εξωτερική πολιτική· κάποιοι άλλοι μπορούν, στην καλύτερη περίπτωση, να συμβάλουν στη διαμόρφωσή της. Στις μέρες μας, έχει σχηματιστεί μια στρατιά από ομάδες εμπειρογνωμόνων [think tanks], «ανεξάρτητους» συμβούλους και ινστιτούτα διεθνών σχέσεων που φιλοδοξούν να ασκήσουν επιρροή στα πράγματα. Αντίθετα με την προαναφερθείσα ομάδα των επαγγελματιών πολιτικών, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι σαφώς και διαθέτουν όχι μόνο τον χρόνο να σκεφτούν αλλά και την ελευθερία να επιλέξουν το αντικείμενο της μελέτης τους. Είναι όμως πραγματικά ανεξάρτητη η σκέψη τους; Πολλές φορές, οι συμβουλές που προσφέρουν καθορίζονται από το ποιος τους χρηματοδοτεί (ή ποιου την ιδεολογία ασπάζονται). Τα ζητήματα αυτά θέτουν ένα μεγάλο ερωτηματικό αναφορικά με το έργο πολλών ομάδων εμπειρογνωμόνων στις Η.Π.Α.
Ακόμη και όταν εκφράζουν τις απόψεις τους κάποιοι πραγματικά ανεξάρτητοι διανοούμενοι από τον χώρο του πανεπιστημίου, οι απόψεις αυτές υστερούν ενδεχομένως λόγω του γεγονότος ότι δεν έχουν περάσει από το «ξεκαθάρισμα» της πραγματικής πολιτικής. Αποκτώντας πιο έντονη επίγνωση αυτής της έλλειψης, όλοι όσοι μιλούν από καθέδρας θα εκφράζονταν ίσως πιο επιφυλακτικά και θα λάμβαναν δεόντως υπόψη το είδος των πιέσεων που μπορούν να ασκήσουν τα ισχυρά κράτη σε όσους τολμούν να τα κρίνουν, και δη να τα επικρίνουν. Οι πιέσεις αυτές δεν ασκούνται μόνο σε μικρές χώρες (όπως είναι η Ελλάδα), αλλά και σε μεσαίου μεγέθους χώρες που συμμετέχουν στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, όπως είναι η Γαλλία και η Γερμανία. Η απόφαση της εισβολής στο Ιράκ κατέδειξε, κατά κάποιον τρόπο, τι χρειάστηκε να υπομείνουν οι χώρες αυτές για να έχουν το προνόμιο της πιστής τήρησης των απόψεών τους.
Δεδομένου ότι και οι δύο προαναφερθείσες ομάδες ―οι «επαγγελματίες» και οι «διανοούμενοι»― έχουν οπωσδήποτε και δυνατά και αδύνατα σημεία, θα ήταν προτιμότερο να συνδυάζουν τις προσπάθειές τους. Εντούτοις, ο συνδυασμός αυτός σπανίως αποδεικνύεται αποτελεσματικός, δεδομένου ότι, κάθε φορά που συγχωνεύονται κάποιες ομάδες ταλέντων, τα «ελαττώματα» της μίας ομάδας τείνουν να αποκρύπτουν τα «προτερήματα» της άλλης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικοί χαλιναγωγούν τους διανοουμένους. Ο συγγραφέας πιστεύει γενικώς πως έτσι πρέπει να συμβαίνει, διότι, σε τελική ανάλυση, η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να ανήκει σε ανεπίσημους διανοουμένους ή αθέατους συμβούλους, όσο καταρτισμένοι και αν είναι αυτοί. Παράλληλα, όμως, πρέπει να ασκείται κριτική σε κάθε διαδικασία λήψης αποφάσεων που διαμορφώνεται από τις πρόσφατες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, αν και η πολιτική είναι, κατ’ εξοχήν, η «τέχνη του εφικτού» και συνδέεται άμεσα με τους ευρύτερους στόχους και τις εφικτές επιδιώξεις της εκάστοτε χώρας. Δυστυχώς, όμως, αναπόφευκτα διαπιστώνει κανείς ότι στο σημερινό περίπλοκο πλαίσιο δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα περιθώριο για να παρουσιαστούν νέοι, συχνά δε πολύπλευροι, τρόποι σκέψης.
Πώς μπορεί λοιπόν ένας διανοούμενος, ο οποίος δεν επιδιώκει την προαγωγή ή κάποιο άλλο όφελος, να συμβάλει στην προώθηση του κοινού καλού, αν και δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα;
Πρώτα απ’ όλα, αυτό μπορεί να το καταφέρει διατηρώντας την ανεξαρτησία της σκέψης και της ανάλυσής του, καθώς και την απόστασή του από κάθε ομάδα συμφερόντων ή πολιτική παράταξη· δεύτερον, εκφράζοντας τις απόψεις του δημοσίως, ώστε να μπορούν να τις αναλογιστούν οι πολιτικοί και το εκλογικό σώμα· τρίτον, εκφράζοντας αυτές τις απόψεις τίμια και ανοιχτά, ενίοτε μάλιστα απλώς και μόνο διατυπώνοντας ρητά αυτό που οι (περισσότεροι;) άνθρωποι σκέφτονται αλλά δεν τολμούν να εκφράσουν δημοσίως. Με λίγα λόγια, αυτοί οι «διανοούμενοι» δεν θα πρέπει να φοβούνται ακόμη και να «θορυβήσουν» τους άλλους με τις απόψεις τους, αν πρόκειται έτσι να τους ωθήσουν να διανοηθούν το αδιανόητο. Είναι δε άνευ σημασίας το αν οι απόψεις αυτές μπορεί τελικά να αποδειχθούν εσφαλμένες ή και να απορριφθούν (έστω και αν είναι ορθές). Όντως, αν κάτι λείπει περισσότερο από την εποχή μας, παράλληλα με τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο για σκέψη και όχι απλή απορρόφηση του διαρκώς αυξανόμενου όγκου των πληροφοριών, είναι η ικανότητα να σκεφτόμαστε διαφορετικά και το θάρρος να εκφράζουμε ανοιχτά τη γνώμη μας. Έτσι, παρουσιάζονται εδώ οι απόψεις ενός ανθρώπου που έχει ασχοληθεί με τις διεθνείς σχέσεις από τη σκοπιά πολλών διαφορετικών χωρών και ο οποίος, παρότι δεν εμπλέκεται προσωπικά στην πολιτική, έχει, εδώ και πολλές γενιές, την πολιτική στο αίμα του.
Μη βλέποντας το προφανές
Στην εποχή μας, ελάχιστα έχουν μελετηθεί οι συνέπειες του γεγονότος ότι ο αμερικανικός ήλιος ανέτειλε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Μια χώρα ανθρώπων τολμηρών, καλόβουλων, μεγαλόψυχων, θεοσεβούμενων, εργατικών αλλά και «τοπικιστών» (κατά τα πρώτα χρόνια και σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα) εκτοξεύθηκε στη θέση της υπερδύναμης λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και στη θέση της μόνης παγκόσμιας υπερδύναμης μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η θεσμική ωριμότητα, η πείρα και η κατανόηση ήταν ιδιότητες τις οποίες η Αμερική έπρεπε να αποκτήσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου, μάλιστα, το γεωγραφικό φάσμα των ευθυνών της άρχισε να επεκτείνεται κατά τρόπον ανεξέλεγκτο. Αυτό που βιώνουμε σήμερα ―όσο και αν θορυβηθούν ορισμένοι από αυτήν τη δήλωση― είναι απλώς το αποτέλεσμα: ο Ήλιος ανέτειλε και δύει χωρίς μεσημβρίαν.
Ασφαλώς, η δύση αυτή εξελίσσεται αργά ως διαδικασία. Επιπλέον, δεν είναι ούτε ειδυλλιακή ούτε γαληνευτική, όπως είναι συνήθως η δύση του Ηλίου. Αντίθετα με τα μεσανατολικά βασίλεια της αρχαιότητας, αλλά και την Κίνα και τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, την Οθωμανική ή τη Βρετανική Αυτοκρατορία, η διαδρομή της αμερικανικής δύναμης είναι, από ιστορική άποψη, βραχεία· η δε παρακμή της, σε γενικές γραμμές, αυτοπρόκλητη. Η επανεμφάνιση της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή ―εξαιτίας, εν πολλοίς, του νεοαποκτηθέντος ενεργειακού της πλούτου― αποτελεί μια νέα εξέλιξη η οποία έχει ήδη αρχίσει να περιστέλλει την αμερικανική ηγεμονία. Μάλιστα, οι υπέρμαχοι της άποψης ότι η δύναμη αναχαιτίζει τη δύναμη θα θεωρήσουν ιδιαίτερα θετική αυτή την εξέλιξη. Μία δεύτερη εξέλιξη είναι η απροσδόκητα ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας. Μία τρίτη, το γεγονός ότι, από οικονομική άποψη, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Μέση Ανατολή αλλά και η Αφρική έχουν αρχίσει να αναπτύσσουν μεταξύ τους όλο και περισσότερες εμπορικές σχέσεις, καθώς και σύνθετες χρηματοοικονομικές συναλλαγές, παρακάμπτοντας πλήρως τα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες επισπεύδουν το τέλος της περιόδου της αμερικανικής ηγεμονίας. Ωστόσο, στην παρακμή της Αμερικής έχει επίσης συμβάλει η ὓβρις που εδώ και καιρό διαπράττει η ίδια η χώρα. Και η αμερικανική ὓβρις συνοδεύεται επιπλέον από την ανεξέλεγκτη δύναμη, τη λατρεία της οικονομικής απληστίας, την επιλογή μη χαρισματικών ηγετών, την αδιαμφισβήτητη πεποίθηση ότι η τεχνολογική ισχύς είναι το μόνο απαραίτητο στοιχείο για την επιτυχία και, τέλος, την υποτίμηση της ακαταδάμαστης δύναμης του νου και του πνεύματος του ανθρώπου. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που ένας αποφασισμένος μουτζαχεντίν μπορεί να είναι τόσο δραστικός όσο και ένας τηλεκατευθυνόμενος πύραυλος τεχνολογίας λέιζερ.
Έτσι, η πεποίθηση που κυριαρχεί στη σκέψη των Αμερικανών από τις μέρες του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο έως και την εισβολή στο Ιράκ είναι (και παραμένει) ότι το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι να μπορούν να βάλλουν εναντίον των εχθρών τους από αεροπλάνα που πετούν σε τεράστιο ύψος και είναι απρόσιτα από τα πρωτόγονα εχθρικά όπλα. Το γεγονός ότι αυτό το είδος πολέμου, ή, ακόμη χειρότερα, αυτό το είδος επίλυσης των διεθνών συγκρούσεων, είναι απολύτως ατελέσφορο αποδείχθηκε επανειλημμένα ήδη από τότε που ο Πρόεδρος Μπους πανηγύρισε (πρόωρα), πάνω σε ένα από τα αεροπλανοφόρα του, για το τέλος του πολέμου στο Ιράκ. Καθώς θαυμάζω τη σοφία των Αρχαίων Ελλήνων, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ πως βρισκόμαστε ενώπιον ενός τέλειου παραδείγματος της ιδέας του Ηροδότου, ότι η Ὓβρις επιφέρει την Νέμεσιν. Ίσως όμως το έργο του Ηροδότου να μην είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο ως αντικείμενο μελέτης μεταξύ των πολιτικών και των επιχειρηματιών του Τέξας (αν και, από ό,τι μαθαίνω, η διδακτορική διατριβή της κυρίας Ράις βασιζόταν εν πολλοίς στον Θουκυδίδη).
Στις Η.Π.Α., έχουμε δει αυτήν τη φιλοσοφία της «επιθετικότητας» να εκδηλώνεται κατ’ επανάληψη και σε άλλους τομείς του δημόσιου βίου, πέραν του πολέμου. Περίπου από τη δεκαετία του 1980 και μετά, μέσα σε αυτό το κλίμα αποθέωσης της οικονομικής απληστίας, η τάση για γρήγορο προσωπικό κέρδος (εις βάρος της επιχειρησιακής εξέλιξης), καθώς και η ανάπτυξη μιας ασυντόνιστης δραστηριότητας από πλευράς μυστικών υπηρεσιών αλλά και ενός υφέρποντος συντηρητισμού ως προς τις νομικές αξίες της χώρας, έχουν αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην Αμερική. Ως νομικός, θλίβομαι πρωτίστως για την παρακμή του αμερικανικού ανθρωπισμού στους τομείς του δικαίου και των νομικών θεσμών, παρακμή συντελούμενη εν ονόματι της στρατιωτικής υπεροχής, η οποία, με τη σειρά της, χρησιμοποιείται κατ’ ουσίαν για να βοηθήσει την αμερικανική οικονομική υπεροχή να αναπτύξει βαθιές ρίζες και στο εξωτερικό, ιδίως δε στη Μέση Ανατολή.
Η μείωση της αμερικανικής προβλεπτικότητας
Όπως άφησα να εννοηθεί, μία από τις επιπτώσεις της νοοτροπίας που περιέγραψα είναι η μείωση της αμερικανικής προβλεπτικότητας. Όταν ήμουν νεότερος, και μόνον η αναφορά των λέξεων C.I.A. ή Βρετανικές Μυστικές Υπηρεσίες προκαλούσε δέος στον νου των ακροατών, οι οποίοι, ιδιαίτερα στον μεσογειακό κόσμο, φημίζονται τόσο για την εξυπνάδα όσο και για την ευπιστία τους. Ας το σκεφτούμε όμως λίγο καλύτερα, προτού επεκτείνουμε την αλλοτινή αυτή εικόνα και στην εποχή μας.
Προέβλεψαν άραγε οι Η.Π.Α. την εισβολή της Ρωσίας στο Αφγανιστάν στις αρχές της δεκαετίας του ’80; Την πτώση του Τείχους του Βερολίνου στα τέλη της ίδιας δεκαετίας; Την εισβολή στο Κουβέιτ την ίδια περίπου εποχή; Την καταστροφή των Δίδυμων Πύργων στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 21ου αιώνα; Βεβαίως, οι αμερικανικές και οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες έχουν ενδεχομένως ανακαλύψει και αποτρέψει κάποιες άλλες επιθέσεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επιθέσεις για τις οποίες, έστω και αν δεν τις γνωρίζουμε, θα πρέπει να αισθανόμαστε ευγνώμονες που απετράπησαν. Οι επιτυχίες αυτές, όμως, δεν πρέπει να μας κάνουν να λησμονούμε ή να υποτιμούμε μια σειρά από πρόσφατα, πολύ σημαντικά σφάλματα. Τίποτε δεν θα είχε να μας προσφέρει το επιχείρημα ότι κάποιες μεμονωμένες υπηρεσίες είχαν κάποιες ενδείξεις για το τι θα μπορούσε να συμβεί κατά την 11η Σεπτεμβρίου, ενώ κάποιες άλλες όχι, δεδομένου ότι καμία απολύτως από αυτές τις υπηρεσίες δεν μπόρεσε να δράσει. Ούτε επίσης αποτελεί ένδειξη τιμής το γεγονός ότι, τα τελευταία χρόνια, οι αμερικανικές υπηρεσίες εθνικής ασφαλείας ―και ας σημειωθεί εδώ ο πληθυντικός― έχουν δαπανήσει τα περισσότερα χρήματά τους για να αποκτήσουν διάφορα πανάκριβα σύνεργα και συσκευές, καθώς και τον περισσότερο χρόνο τους για το πώς θα πολεμήσουν η μία την άλλη, και όχι τον εξωτερικό εχθρό. Ούτε, τέλος, μπορεί να καταχωριστεί στο ενεργητικό των Αμερικανών η διαπίστωση ότι έδειξαν υπέρμετρη εμπιστοσύνη στις (όπως αποδείχτηκε, εσφαλμένες) συμβουλές από πρόσφυγες Ιρακινούς πολιτικούς, των οποίων τις απόψεις θέλησαν να αναζητήσουν και να εμπιστευθούν οι επικεφαλής της πολιτικής και των μυστικών υπηρεσιών της Ουάσινγκτον. Πολύ πρόσφατα, η αμερικανική προβλεπτικότητα αποδείχθηκε καταφανώς ανύπαρκτη, λαμβανομένου υπόψη του βαθμού στον οποίο οι Αμερικανοί πίστευαν και ευθαρσώς διακήρυτταν ότι, μετά την εισβολή, οι Ιρακινοί θα υποδέχονταν τα αμερικανικά στρατεύματα απελευθέρωσης της Βαγδάτης με ανοιχτές αγκάλες και κυματισμούς σημαιών. Αν όλα αυτά αληθεύουν έστω εν μέρει ―και προσωπικά πιστεύω ότι αληθεύουν πλήρως― πώς και γιατί θα έπρεπε οι άνθρωποι των άλλων χωρών, είτε στη Μέση Ανατολή είτε αλλού, να πιστεύουν όσα τους λένε σήμερα οι Αμερικανοί; Η αμερικανική αξιοπιστία διανύει περίοδο σοβαρότατης κάμψης.
Στρατιωτική δύναμη ή ανικανότητα
«Μα ποιος νοιάζεται για όλα αυτά;», με ρωτούν πολλοί Αμερικανοί φίλοι μου, όταν αναφέρω τις παραπάνω ανησυχίες για τη χώρα τους. «Σε τελική ανάλυση, έχουμε τόσο μεγάλη στρατιωτική και τεχνολογική υπεροχή, ώστε μπορούμε να συντρίψουμε οποιονδήποτε άνθρωπο και οποιαδήποτε χώρα θέλουμε ή πιστεύουμε πως μας έχει πονοκεφαλιάσει υπερβολικά». Το επιχειρησιακό δόγμα «Σοκ και Δέος» βασιζόταν σε μια παρόμοια πεποίθηση· συν τοις άλλοις, ως όρος, αποτελούσε πολύ εύστοχη επιλογή, εφόσον είχε σκοπό να εκφράσει τι ακριβώς μπορούσε να κάνει η αμερικανική στρατιωτική δύναμη. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα φραστικό πυροτέχνημα. Όντως, το μόνο που κατάφερε ήταν να αποδείξει ακόμη μια φορά ότι τα σοβαρά ζητήματα στην ανθρώπινη ιστορία σπανίως (ή ουδέποτε) μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω πολέμου.
Δίχως αμφιβολία, ντροπιασμένος σήμερα, ο Ντόναλντ Ράμσφελντ έχει πλέον αρκετό χρόνο για να τα σκεφτεί καλύτερα όλα αυτά. Δεν είναι όμως και τόσο πιθανόν ο Ράμσφελντ και οι όμοιοί του να μάθουν ποτέ το μάθημά τους. Και τούτο, διότι ο Ράμσφελντ ήταν απλώς ένας πολιτικός που θέλησε να παραστήσει τον Στρατηγό, παραμερίζοντας τους συμβούλους του και πιστεύοντας όχι μόνον ότι θα μπορούσε να νικήσει τον στρατό του Σαντάμ, αλλά και να αποκαταστήσει την ειρήνη στο Ιράκ με στρατεύματα που είχαν εξαρχής αναλάβει αυτό το καθήκον χρησιμοποιώντας τα πιο προηγμένα τεχνολογικά μέσα. Οι στρατηγοί αυτού του είδους σπανίως καταλαβαίνουν ότι, εντέλει, τις κρίσεις τις τερματίζουν οι διευθετήσεις μέσω διαπραγματεύσεων, και όχι η ωμή στρατιωτική δύναμη. Επιπλέον, ούτε καν τους περνάει από το μυαλό ότι υπάρχουν διευθετήσεις οι οποίες δεν αναδεικνύουν μόνο νικητές και μόνο χαμένους. Οι άνθρωποι αυτοί τα θέλουν «όλα». Και, συν τοις άλλοις, δεν έχουν ποτέ την ταπεινοφροσύνη να παραδεχθούν ότι έσφαλαν.
Η επιμονή, όμως, στο παρωχημένο δόγμα ότι η στρατιωτική δύναμη μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα έχει σήμερα οδηγήσει τους Αμερικανούς να κάνουν το αντίθετο από αυτό που είχαν κάνει στις αρχές του πολέμου, δηλαδή να αποστείλουν ακόμη περισσότερα στρατεύματα στο Ιράκ, πιστεύοντας ότι αυτό το «κύμα» θα συμβάλει τουλάχιστον στη διευκόλυνση της τακτικής αποχώρησής τους (αν και δεν το έθεσαν έτσι ακριβώς). Εντούτοις, σαράντα χρόνια πρωτύτερα, στο Βιετνάμ, η ίδια ακριβώς προσέγγιση καθόλου δεν βοήθησε τον στρατηγό Γουεστμόρλαντ ή τη χώρα του. Και είναι μάλλον απίθανο η ίδια προσέγγιση να έχει τώρα καλύτερα αποτελέσματα για τον στρατηγό Πετρέους. Το τέλος θα είναι το ίδιο, όπως και αν θελήσει να το παρουσιάσει η αμερικανική μηχανή προπαγάνδας: αποχώρηση ― ίσως όχι με ελικόπτερα που θα πετούν πάνω από τις στέγες των σπιτιών της Βαγδάτης, αλλά, ενδεχομένως, με πελώρια αεροπλάνα γεμάτα με γενναίους στρατιώτες που ανέλαβαν να εκτελέσουν ένα σχέδιο εξαρχής προβληματικό. Έτσι, εκτός από τον Πρόεδρο Μπους, δεν γνωρίζω άλλον ανώτερο πολιτικό ή στρατηγό (των Αμερικανών μη εξαιρουμένων) ο οποίος, είτε σε ιδιωτικό είτε ακόμη και σε δημόσιο επίπεδο, να μην παραδέχεται ότι ο πόλεμος στο Ιράκ έχει ήδη χαθεί ― με τεράστιο, θα πρέπει να προσθέσουμε, οικονομικό και ανθρώπινο κόστος. Αρκεί ένα και μόνο παράθεμα, όχι για να ενισχύσω την άποψή μου, αφού ειλικρινά πιστεύω πως είναι ορθή, αλλά για να εξηγήσω γιατί είμαι πρόθυμος να την εκφράσω με τόση βεβαιότητα. Ιδού, λοιπόν, τι είχε να πει σχετικά με το θέμα μας ο στρατηγός Σάντσες, ο άνθρωπος που μέχρι πρόσφατα διηύθυνε το στρατιωτικό σόου των Αμερικανών: «Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε πλέον είναι να αποδεχθούμε το ενδεχόμενο της ήττας, διότι αναμφίβολα η Αμερική ζει εδώ και καιρό έναν εφιάλτη που δεν φαίνεται να έχει τέλος». Με κάθε σεβασμό, όχι απλώς συμφωνώ, αλλά προβλέπω ότι θα επακολουθήσουν πολύ χειρότερες εξελίξεις, καθώς η προσοχή στρέφεται τώρα στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν και, κυρίως, στο Ιράν. Η ὓβρις, εντούτοις, συνεχίζεται στους κύκλους των αξιωματούχων. Οι δε φίλοι της Αμερικής εξαναγκάζονται να υιοθετήσουν στάση ενδοτικής σιωπής ή πειθήνιας υποταγής. Σε όλα αυτά θα προσθέσω ένα και μόνο σχόλιο, το οποίο συνδέεται με ένα από τα κεντρικά θέματά μου: Για ποιον λόγο οι άνθρωποι της εξουσίας μιλούν μόνον αφού έχουν αποσυρθεί; Οι πιθανοί λόγοι σχετίζονται μάλλον με την επαγγελματική τους σταδιοδρομία και την απροθυμία τους να τη σταματήσουν προκειμένου να μιλήσουν ανοιχτά. Δεν γνωρίζω την απάντηση. Θλίβομαι όμως για το αποτέλεσμα.
Όταν ήμουν νεότερος, η Αμερική θεωρείτο υπόδειγμα δημοκρατίας. Ασφαλώς, την εποχή εκείνη, οι Αμερικανοί εξακολουθούσαν να συμπεριφέρονται άσχημα προς τους μαύρους και άνισα προς τις γυναίκες. Διεξήγαν, ωστόσο, ελεύθερες εκλογές, απέλαυαν ελευθερίας του Τύπου, έδωσαν τη δυνατότητα σε έναν φιστικοπαραγωγό και έναν ηθοποιό να γίνουν Αρχηγοί Κράτους, ενώ επίσης, τη δεκαετία του ’60, είχαν ένα συνταγματικό δικαστήριο το οποίο εξέδωσε μια σειρά από αξιοθαύμαστες αποφάσεις που προωθούσαν την ελευθερία και επηρέασαν, έκτοτε, διάφορα συνταγματικά δικαστήρια σε πολλές άλλες χώρες. Σήμερα, όμως, η Αμερική είναι η χώρα του «εκτελεστικού προνομίου», η χώρα του Γκουαντάναμο, η χώρα της «extraordinary rendition» (κατ’ ουσίαν, μιας de facto απαγωγής πολιτών προς ανάκριση), η χώρα που χρησιμοποιεί την ίδια της τη νομοθεσία για να κατασκοπεύει τους πολίτες της σε μαζική κλίμακα, η χώρα που ασκεί βασανιστήρια εντός των ίδιων της των συνόρων. Είναι επίσης η χώρα που έχει εξωθήσει την έννοια του προληπτικού πολέμου σε τόσο επικίνδυνα άκρα ―επεκτείνοντας υπέρ το δέον κάθε έννοια «δίκαιου πολέμου»―, ώστε, προσωπικά τουλάχιστον, δεν θα απορούσα διόλου εάν την έβλεπα να αποκορυφώνει την πρόσφατη σειρά των σφαλμάτων της βομβαρδίζοντας το Ιράν και βυθίζοντας τον κόσμο και την οικονομία του σε ακόμη βαθύτερο χάος.
Δεν είναι όμως αυτή η Αμερική στην οποία έμαθα να πιστεύω και την οποία εξακολουθώ να αγαπώ. Και οπωσδήποτε, επίσης, δεν είναι αυτή η Αμερική που θέλουν να βλέπουν πολλοί Αμερικανοί. (Έχοντας μάλιστα εργαστεί στη συγκεκριμένη χώρα επί είκοσι επτά έτη, έχω αποκτήσει πολλούς Αμερικανούς φίλους, οι οποίοι θα προσυπέγραφαν όλα όσα λέω εδώ.) Έτσι όμως έχουν τα αμερικανικά πράγματα, και αναρωτιέμαι πόσα από αυτά θα αλλάξουν σε δεκαπέντε περίπου μήνες από τώρα, όταν θα έχει αναλάβει καθήκοντα ο νέος Πρόεδρος. Η εκτίμησή μου ―στην οποία και θα επανέλθω αργότερα― είναι ότι ελάχιστα πράγματα πρόκειται να αλλάξουν, σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική τουλάχιστον. Οι Έλληνες, πάντοτε αισιόδοξοι, μπορεί να έχουν διαφορετική άποψη.
Ποιο είναι το στοιχείο που συνδέει όλα τα παραπάνω; Είναι απλούστατα το γεγονός ότι δεν είμαστε όλοι διατεθειμένοι να «κοιτάξουμε κατάματα τον μεταβαλλόμενο κόσμο» και, στη συνέχεια, να αναγκάσουμε τους «κυβερνήτες» μας να βγάλουν τα αναγκαία συμπεράσματα. Οφείλουμε εντούτοις να το πράξουμε, δεδομένου ότι οι Αμερικανοί είναι αναμεμειγμένοι και σε άλλα παρόμοια ζητήματα, π.χ. στο ζήτημα της Π.Γ.Μ.Δ., και τούτο τούς επιτρέπει να ασκούν πιέσεις σε όσους θέλουν να κρατούν στάση αποδεδειγμένα ανεξάρτητη. Το Κοσσυφοπέδιο, το Μαυροβούνιο και η Κύπρος αποτελούν μερικά ακόμη ευαίσθητα θέματα. Ακόμη πιο δύσκολο, όμως, είναι το πρόβλημα του Ιράν: το τι θα κάνουν οι Αμερικανοί σε αυτήν τη χώρα θα μας επηρέαζε ίσως ― ή μάλλον είμαι βέβαιος ότι θα μας επηρεάσει όλους σε πάρα πολλά επίπεδα. Στη ρίζα του όλου προβλήματος βρίσκονται ενδεχομένως η εθελοτυφλία και η σιωπή απέναντι στα όσα βλέπουμε. Ωστόσο, αν εθελοτυφλούμε και αν αρνούμαστε να εκφράσουμε ανοιχτά τη γνώμη μας, θα συνεχίσουμε απλώς να είμαστε οι δουλοπρεπείς κόλακες των Αμερικανών, και όχι οι φίλοι τους, όπως οφείλουμε.
Αυτό είναι και το δίδαγμα που παίρνουμε από ένα διάσημο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Ποιος δεν θυμάται το παραμύθι εκείνο, με το μικρό αγόρι που αναφωνεί, «Ο Βασιλιάς είναι γυμνός», όταν τον βλέπει να παρελαύνει γυμνός στους δρόμους της πόλης; Οι ενήλικες είδαν την ίδιαν ακριβώς σκηνή, αλλά δεν θέλησαν να πουν τίποτε. Επρόκειτο άραγε για κομφορμισμό; Μαζική ύπνωση; Φόβο να μιλήσουν ανοιχτά; Σιωπή που εξυπηρετεί το προσωπικό συμφέρον; Για ό,τι και αν επρόκειτο, γεγονός παραμένει ότι οι ενήλικες δεν είπαν τίποτε, όπως ακριβώς, στη δική μας περίπτωση, δεν λένε τίποτε οι πολιτικοί δρώντες και γνώστες της κατάστασης. Και ούτε, άλλωστε, δρουν με έναν οποιονδήποτε τρόπο, παρά μόνο διασχίζουν τους διαδρόμους της εξουσίας βαδίζοντας ακροποδητί. Εντούτοις, αυτό που είδε το παιδί του Άντερσεν το είδαν και όλοι οι υπόλοιποι, αλλά επέλεξαν απλώς να μείνουν σιωπηλοί.
Πόσα από τα πράγματα που περιέγραψα αδυνατούν να τα δουν οι περισσότεροι; Κανένας πολιτικός, κανένας απλός πολίτης, δεν θα έπρεπε να αδυνατεί να δει μερικές έστω από τις ακρότητες της Αμερικής στην εποχή μας. Μιλούν όμως; Ασφαλώς όχι. Φωνάζουν άραγε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος μπορεί σύντομα να μας οδηγήσει σε μίαν ακόμη καταστροφή; Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κανένας υπουργός Εξωτερικών δεν θα τολμούσε να μιλήσει τόσο ανοιχτά όσο μιλώ εγώ αυτήν τη στιγμή, και τούτο, όχι επειδή δεν θα έβλεπε τα όσα περιγράφω, αλλά επειδή θα φοβόταν το πώς θα εκλάμβαναν την αντίδρασή του οι αμερικανικές αρχές, καθώς και τα προβλήματα που η αντίδραση αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει εις βάρος της χώρας τους.
Ακριβώς εξαιτίας αυτής της πραγματιστικής συνειδητοποίησης, οι μεν πολιτικοί καθίστανται σημαίνοντες δρώντες, οι δε διανοούμενοι υποδεέστερες φωνές που βοούν εν τη ερήμω. Δυστυχώς, όμως, η ίδια αυτή στάση στηρ^